Η αύξηση των ξένων ψαράδων στην Κύπρο — μια νέα πραγματικότητα που αλλάζει το ψάρεμα
Του Άριστου Αριστείδου
Την τελευταία δεκαετία, η Κύπρος βιώνει μια σημαντική αύξηση στον αριθμό των ξένων κατοίκων. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, περίπου 18% των κατοίκων της Κύπρου είναι υπήκοοι τρίτων χωρών με άδεια παραμονής, δηλαδή περίπου 169.844 άτομα από το σύνολο του πληθυσμού του 2025, που εκτιμάται ότι φτάνει το ένα εκατομμύριο περίπου.
Επιπλέον, σε προηγούμενη απογραφή (2021) διαπιστώθηκε ότι περίπου 21,1% του πληθυσμού ήταν ξένοι υπήκοοι — ενώ η χώρα φιλοξενεί κατοίκους από τουλάχιστον 66 χώρες.
Αυτή η δημογραφική αλλαγή αντανακλάται σε πολλούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής — ανάμεσά τους και στο ψάρεμα, μια δραστηριότητα που για πολλούς αποτελεί τρόπο ζωής, ψυχαγωγίας και σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και μέσο εξασφάλισης φρέσκου φαγητού.
Ποιοι είναι οι νέοι “ξένοι” ψαράδες;
Στην Κύπρο σήμερα, μεταξύ των ξένων κατοίκων υπάρχουν διάφορες ομάδες που εμπλέκονται στο ψάρεμα:
Οικογένειες μεταναστών, πολιτικών προσφύγων και εργατών από χώρες της Μέσης Ανατολής όπως η Συρία, η Αίγυπτος, ο Λίβανος. Άτομα εργάτες από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, για τις οποίες το ψάρεμα αποτελεί παράδοση ή ακόμα και τρόπο να εξασφαλίσουν φρέσκο ψάρι για κατανάλωση.
Digital nomads και επαγγελματίες τεχνολογίας, που ζουν προσωρινά στο νησί και έχουν το ψάρεμα ως χόμπι ή μέσο χαλάρωσης, ανεξάρτητα από την κατανάλωση του αλιεύματος.
Εύποροι κάτοικοι ξένων χωρών, που έχουν σκάφη στις μαρίνες και ασχολούνται με το ψάρεμα συχνά και εντατικά ως ψυχαγωγική δραστηριότητα.
Αυτές οι ομάδες φέρνουν μαζί τους διαφορετικές αλιευτικές κουλτούρες και πρακτικές — κάποιες κοντά στις τοπικές παραδόσεις, άλλες πιο εντατικές ή με διαφορετική προσέγγιση.
Τι αλλάζει στην πραγματικότητα της αλιείας;
Η αύξηση των ξένων ψαράδων έχει ορισμένα σημαντικά χαρακτηριστικά που αξίζει να συζητηθούν:
1. Διαφορετική αλιευτική κουλτούρα
Κάποιοι ξένοι ψαράδες μπορεί να έχουν εμπειρία και σεβασμό στο περιβάλλον, καλές πρακτικές διαχείρισης και γνώση για βιώσιμη αλιεία — κάτι που θα μπορούσε να συμβάλει θετικά στην προστασία των αποθεμάτων.
Αντίθετα, άλλοι μπορεί να ακολουθούν εντατικές τεχνικές ή να μη γνωρίζουν επαρκώς τη νομοθεσία και τις τοπικές οικολογικές ισορροπίες.
2. Αυξημένη πίεση στο περιβάλλον
Όταν πολλοί ψαράδες — ανεξάρτητα από καταγωγή — δεν τηρούν τον περί αλιείας νόμο, δεν εκδίδουν άδειες ή δεν σέβονται τους κανόνες, τότε η πίεση στα αλιευτικά αποθέματα αυξάνεται. Αυτό δεν είναι αποκλειστικά θέμα των ξένων· είναι θέμα συμμόρφωσης, εκπαίδευσης και ελέγχου.
3. Διαφοροποιημένη χρήση πόρων
Κάποιοι ψαράδες με σκάφος και σύγχρονες εξοπλιστικές δυνατότητες εντοπισμού ψαριών μπορούν να ψαρεύουν πιο συχνά και εντονότερα, αυξάνοντας την αλιευτική πίεση σε ευαίσθητες περιοχές.
4. Έλλειψη ολοκληρωμένου πλαισίου ελέγχου
Η απουσία επαρκούς εποπτείας και ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές σημαίνει ότι πολλές φορές τα όρια και οι κανόνες δεν εφαρμόζονται όπως θα έπρεπε — είτε αφορά ντόπιους, είτε ξένους ψαράδες. Αυτό δημιουργεί ανισορροπίες στην αλιεία και εντείνει τα προβλήματα των αλιευτικών αποθεμάτων.
Μήνυμα για δράση
Η αύξηση των ξένων ψαράδων στην Κύπρο είναι ένα καθαρά δημογραφικό και κοινωνικό γεγονός που απαιτεί ενσυναίσθηση, καλή ενημέρωση και ουσιαστικό διάλογο. Δεν πρόκειται για ένα απλό θέμα «εμείς vs αυτοί» — αλλά για το πώς όλοι όσοι αγαπούν και εξαρτώνται από τη θάλασσα μπορούν να συμβάλουν στη διατήρηση του περιβάλλοντος και των πόρων μας.
Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι:
Καλύτερη ενημέρωση όλων των ψαράδων για τους κανόνες και την αλιευτική νομοθεσία.
Πιο αυστηρός και δίκαιος έλεγχος της αλιείας.
Εκπαίδευση και επικοινωνία μεταξύ όλων των ομάδων (ντόπιων και ξένων).
Συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές για να αντιμετωπιστούν τα πραγματικά αίτια της πίεσης στην αλιεία.
Γιατί στο τέλος, η προστασία της θάλασσας και των αλιευτικών αποθεμάτων μας αφορά όλους — ντόπιους και ξένους — με τον ίδιο τρόπο.
Ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε ένα νησί το οποίο εξαρτόμαστε από την θάλασσα μας και τα θαλάσσια μας αποθέματα. Οι καταδύσεις, ο τουρισμός, το κολύμπι και γενικά ο τουρισμός απαιτούν πλούσια θαλάσσια αποθέματα και όχι άδειες θάλασσες.






