ΨΑΡΟΚΟΥΒΕΝΤΕΣ
Όσο όμορφο και διασκεδαστικό είναι το ψάρεμα σε όλες του τις μορφές, άλλο τόσο όμορφη και διασκεδαστική είναι η κουβέντα μεταξύ ψαράδων, η ονομαζόμενη ψαροκουβέντα . Κουβέντες που πολλές φορές έχουν και κάποια δόση υπερβολής..... αλλά όπως καλά λένε, για να είσαι ένας καλός ψαράς πρέπει να μπορείς να λες και ψέματα.
Πρόσφατα έτυχε να γίνω μάρτυρας μιας τέτοιας ψαροκουβέντας μεταξύ μιας παρέας ψαράδων που μπορώ να ομολογήσω μου προκάλεσε πολύ γέλιο και με έκανε να αντιληφθώ ότι δεν είναι μόνο το ψάρεμα καθ΄ αυτό που με συναρπάζει και με γεμίζει σαν άνθρωπο αλλά και κάτι τέτοιες εμπειρίες σαν και αυτή που έζησα..
Ένα πρωινό Σαββάτου ,που λέτε, πήρα την φωτογραφική μηχανή μου και κατευθύνθηκα προς το παλαιό λιμάνι Λεμεσού για να βγάλω μερικές φωτογραφίες για το ψάρεμα σε λιμάνι. Εντόπισα μια ομάδα ψαράδων στην είσοδο του παλιού λιμανιού να ψαρεύουν, έτσι λοιπόν και εγώ τους πλησίασα χωρίς να ενοχλήσω και ετοιμάστηκα για να αποθανατίσω κάποιο πιθανό καλό τσίμπημα. Τότε έγινα μάρτυρας μιας πραγματικά αστείας ιστορίας. Ένας μεσήλικας κύριος είχε μπροστά του δυο καλάμια με μηχανή και ψάρευε προφανώς πατητό για λαυράκια, ενώ παραδίπλα μια ομάδα 3 νεαρών ψαράδων προφανώς άπειρων ψαράδων αν κρίνω από τον ελλιπή εξοπλισμό τους και τις κινήσεις τους προσπαθούσαν μανιωδώς να πιάσουν έστω και ένα μικρό ψαράκι. Οι νεαροί προσπαθούσαν να καταλάβουν σε τι οφειλόταν η αποτυχία τους και δεν έπιασαν κάτι μέχρι τώρα ώσπου σε κάποια στιγμή ο μεσήλικας κύριος με ύφος λέκτορα πανεπιστημίου γυρνά και τους λέει «Όχι έτσι βρε παιδιά, ανεβάστε πάνω τον φελλό σας και βάλτε πιο λίγο δόλωμα στο αγκίστρι». Οι νεαροί αστραπιαία εφάρμοσαν τις εντολές του κυρίου λέγοντας πιθανόν από μέσα τους επιτέλους κάποιος να μας δείξει πώς να πιάνουμε ψάρια. Παρά όμως τις οδηγίες και αφού είχε περάσει αρκετός χρόνος ,οι νεαροί φίλοι μας πάλι δεν κατάφεραν να πετύχουν κάποιο τσίμπημα και συνεχώς ρωτούσαν τον μεσήλικα κύριο που έδειχνε αρκετά αφοσιωμένος στην δική του τεχνική για κάποια άλλη συμβουλή που θα τους οδηγούσε στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο κύριος τότε αγανακτισμένος τους λέει. «Άδικος ο κόπος σας, ελάτε εδώ κοντά να σας δείξω τον κατάλληλο εξοπλισμό και πώς να τον χρησιμοποιείτε». Οι νεαροί χωρίς δεύτερη κουβέντα παράτησαν τα καλάμια τους και πήγαν να πάρουν έστω ένα κομμάτι από τις γνώσεις του έμπειρου ψαρά. Αφού λοιπόν ο κύριος τράβηξε έξω τα καλάμια του άρχισε το δεύτερο σεμινάριο αναλύοντας όλες τις λεπτομέρειες σε θέματα εξοπλισμού μέχρι και την τελευταία βίδα. Όταν λοιπόν που λέτε τέλειωσε ,δόλωσε με τροφή τα δύο μονάγκιστρα του και τα έριξε μέσα λέγοντας. «Περιμένετε λίγο και θα δείτε τσίμπημα». Οι νεαροί με απόλυτη σιγή και πολύ ενδιαφέρον έμειναν ακίνητοι με το βλέμμα καρφωμένο στα καλάμια. Σε κάποια στιγμή το ένα καλάμι ταρακουνήθηκε λιγάκι από ένα μικρό τσίμπημα, το αρπάζει ο μεσήλικας κύριος και λέει γεμάτος περηφάνια. «Να το, τι σας έλεγα το ψαρί τώρα περιεργάζεται το δόλωμα και από λεπτό σε λεπτό θα το καταβροχθίσει » Ενώ ταυτόχρονα έσφιξε το καλάμι στα χέρια του. Τα λεπτά περνούσαν και το ψάρι δεν έλεγε να καταβροχθίσει το δόλωμα και οι νεαροί φίλοι ρωτούσαν ανυπόμονα. <<Μα πότε θα το καταβροχθίσει;>>
«Τα ψάρια είναι έξυπνα και πονηρά αλλά εγώ είμαι πιο πονηρός» τους λέει ο έμπειρος ψαράς, «Τραβήξτε λίγο πίσω και θα το τινάξω να αγκιστρωθεί» Τραβούν πίσω οι νεαροί φίλοι μας και με πολύ στυλ ο ψαράς τινάζει απότομα το καλάμι προς τα πίσω και αρχίζει να μαζεύει με τη μηχανή τη μισίνα. Πραγματικά μετά το τίναγμα το καλάμι βάρεσε και με δυσκολία ο ψαράς μάζευε τη μισίνα του ,ενώ το καλάμι σαν τόξο λυγισμένο λίγο ήθελε για να κοπεί στα δυο. Η αγωνία των νεαρών φίλων είχε ανέβει στα ύψη και περίμεναν αγωνιωδώς να δούνε το ψάρι στην επιφάνεια. «Πρέπει να είναι πάνω από ένα κιλό λέει ο ψαράς που είχε γίνει ολοκόκκινος από τη δύναμη που κατέβαλε για να μαζέψει τη μισίνα. Οι νεαροί λίγο έλειψε να μπούνε με τα μούτρα στη θάλασσα για να αντικρύσουνε το ψάρι, αλλά μετά έκπληξης τους μόλις έφτασε το αγκίστρι στην επιφάνεια διαπίστωσαν ότι αντί για ψάρι ο έμπειρος δάσκαλος τους είχε πιάσει μια μεγάλη δέσμη από φύκια. «Τι είναι αυτό; » του λένε, ο μεσήλικας κύριος ολοκόκκινος σαν παντζάρι κατάπιε την γλώσσα του. «Πάμε να φύγουμε από εδώ ρε και χάνουμε τον καιρό μας με αυτόν εδώ» λέει ο ένας από τους νεαρούς . Τότε ξεθαρρεύει και ο μεσήλικας κύριος και τους λέει. «Του κυνηγού και του ψαρά το πιάτο δέκα φορές είναι αδειανό και μια φορά γεμάτο, τι περιμένατε ότι θα πιάναμε ψάρι από την πρώτη; και στην ψαροταβέρνα που πάμε πρώτα μας φέρνουν τα χορταρικά και μετά τα ψάρια»
Οι νεαροί φίλοι μας ,μάζεψαν τα καλάμια τους και έφυγαν γελώντας αφήνοντας τον παρολίγον δάσκαλο τους να ψαρεύει θυμωμένος και εμένα με δάκρυα στα μάτια από τα γέλια να προσπαθώ να βγάλω μια αναμνηστική φωτογραφία τα φύκια!!!.












